ευρώς

εὐρώς, -ῶτος, ὁ (Α)
η μούχλα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αμφίβολης ετυμολ. Σχηματισμός κατά τα ιδρώς, γέλως, έρως. Το ε- θεωρείται προθεματικό. Εικάζεται αρχικός τ. *ε--ώς που συνδέεται με τα αρχ. ινδ. vrnoti «καλύπτω», varna «χρώμα». Κατ' άλλη άποψη, ο αρχικός τ. είναι *-Fρωδ-ς, οπότε συνδέεται με το λατ. rōdere «κατατρώγω». δεν αποκλείεται επίσης να συνδέεται η λ. με το όνομα τού ποταμού Ευρώτα.
ΠΑΡ. αρχ. ευρώεις, ευρωτιάω].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐρώς — mould masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὔρως — Εὔ̱ρως , Εὖρος the East wind masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔρως — ἐύρρους adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρῶτα — εὐρώς mould masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρῶτι — εὐρώς mould masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρῶτος — εὐρώς mould masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρώτων — εὐρώς mould masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • мзга — гниль, плесень, сырая погода , мзгляк, мозгляк болезненный, слабый человек , мзглой, мозглый дряблый, загнивший изнутри, прелый . Из *мъзга, судя по мозглый, мозгнуть. Ср. греч. μύσος (из *μύδσος) позор, бесчестие, осквернение , μύδος сырость,… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Europe — For other uses, see Europe (disambiguation). Europe …   Wikipedia

  • Evrotas — Das Flussbett des Evrotas in der Nähe der Stadt Sparta (Sparti).Vorlage:Infobox Fluss/KARTE fehlt …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.